Άρθρο Γ. Χατζηθεοδοσίου στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: Μειώθηκαν ή «μειώθηκαν» τα βάρη των επαγγελματιών;

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019 15:55

Η χρονιά, που μόλις ξεκίνησε, είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την οικονομία, για τα νοικοκυριά, για τις επιχειρήσεις, για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Μόνο εάν κλείσουμε τα αυτιά στις προεκλογικές σειρήνες και πράξουμε άπαντες ό,τι είναι αναγκαίο, για να ενισχύσουμε τις προοπτικές ανάκαμψης, μόνο και τότε μόνο θα μπορέσουμε να αφήσουμε πίσω μας την πολυετή κρίση. Υπό αυτό το πρίσμα, οι παρεμβάσεις που έγιναν για την ελάφρυνση των βαρών στους ελεύθερους επαγγελματίες, αν και αυτονόητες, είναι ευπρόσδεκτες. Ωστόσο, δεν μπορούμε να εξιδανικεύουμε τα πράγματα.

Από την πρώτη στιγμή είχαμε τονίσει ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών μπορεί να δημιουργήσει στρεβλώσεις, να προκαλέσει αδικίες, να προσθέσει νέα βάρη στις πλάτες όσων ελευθέρων επαγγελματιών προσπαθούν να επιβιώσουν. Έστω με καθυστέρηση, αφού 200.000 επαγγελματίες «έκλεισαν» τα «μπλοκάκια» τους κι αφού προηγήθηκε απώλεια περίπου 1 δισ. ευρώ από τη φορολογία εισοδήματος, η κυβέρνηση έσκυψε πάνω από το πρόβλημα και νομοθέτησε μείωση των ασφαλιστικών για τους ελεύθερους επαγγελματίες, από το 20% στο 13,3%.

Τα οφέλη είναι προφανή. Για παράδειγμα ένας ελεύθερος επαγγελματίας που… τόλμησε να δηλώσει έσοδα 40.000 ευρώ, θα έχει ετήσια ελάφρυνση κάτι παραπάνω από 2.600 ευρώ, ενώ όσο ανεβαίνουμε εισοδηματικά κλιμάκια, τόσο αυξάνεται το όφελος. Υπάρχουν, όμως και κάποια «αλλά», που δεν μπορούμε να τα αγνοήσουμε.

Για όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους αυταπασχολούμενους αλλά και τους αγρότες, η βάση υπολογισμού των εισφορών δεν συμπεριλαμβάνει, πλέον, την έκπτωση του 15%, άρα όλοι οι υπολογισμοί θα γίνουν στο 100%. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει, επίσης, να αναδείξουμε για μια ακόμα φορά το παράδοξο να συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημα οι ασφαλιστικές εισφορές του προηγούμενου έτους (!), δηλαδή μια ανελαστική και υποχρεωτική δαπάνη, λόγω της αδικαιολόγητης εμμονής των δανειστών.

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν κι άλλες παράμετροι, που μετριάζουν, αν δεν απορροφούν πλήρως, τις πρόσφατα νομοθετημένες ελαφρύνσεις. Κατ’ αρχάς, οι εισφορές υγείας παραμένουν στα επίπεδα του 6,95%, ενώ από την αρχή του χρόνου «τρέχουν» οι νέες εισφορές για επικουρικό κι εφάπαξ περίπου 250.000 ασφαλισμένων του ΕΤΑΑ, που φτάνουν στα 64,5 ευρώ το μήνα, την ώρα που άπαντες τρομάζουν για τις αναδρομικές εισφορές, οι οποίες ξεπερνούν τα 1.540 ευρώ.

Συν τοις άλλοις, το γεγονός ότι η ελάχιστη εισφορά υπέρ ΕΦΚΑ, παραμένει αμετάβλητη στο 20% του κατώτατου μισθού, συνεπάγεται αύξηση των επιβαρύνσεων για πάνω από 1.000.000 αυταπασχολούμενους, που δηλώνουν χαμηλά εισοδήματα, με δεδομένο ότι είναι θέμα ημερών η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Σήμερα, αυτή η ελάχιστη εισφορά διαμορφώνεται στα 157 ευρώ, ωστόσο εάν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες για αύξηση του κατώτατου μισθού ως και 10%, τότε εν μία νυκτί όλοι αυτοί οι επαγγελματίες θα κληθούν να καταβάλλουν εφεξής εισφορές αυξημένες ως και 16 ευρώ το μήνα, χωρίς να έχει αλλάξει το δικό τους εισόδημα ούτε κατ’ ελάχιστον!

Χαμένοι εξ αυτού του λόγου θα είναι και η «ευαίσθητη» κατηγορία των νέων επιστημόνων, δηλαδή όσων δεν έχουν συμπληρώσει πάνω από 5 χρόνια στην αγορά εργασίας. Αν και θα ισχύσει και γι’ αυτούς η μείωση της εισφοράς στο 13,33%, η σύνδεση με το 70% του υπό αναμόρφωση κατώτατου μισθού, στην πραγματικότητα απορροφά τα όποια οφέλη.
Η διαπίστωση αυτή καθιστά επιτακτική την επανεξέταση του συνολικού πλαισίου των φορολογικών κι ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, δικαιώνοντας απολύτως το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, που εξαρχής είχε τονίσει ότι η πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων δεν μπορεί να περιοριστεί στην αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά θα πρέπει να συνδυαστεί με μείωση των φορολογικών συντελεστών και την περαιτέρω μείωση των εισφορών για εργαζόμενους κι εργοδότες.