ΣτΕ για Ταμείο Εθνικής Τράπεζας: Ορθά έγιναν οι μειώσεις του εφάπαξ βοηθήματος των συνταξιούχων

Κυριακή, 06 Ιανουαρίου 2019 22:31

Ορθά έγιναν οι μειώσεις του εφάπαξ βοηθήματος των συνταξιούχων της Εθνικής Τράπεζας σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Το ΣτΕ έκρινε την προσφυγή των υπαλλήλων της Εθνικής κατά της απόφασης του 2013, με την οποία άλλαξε ο υπολογισμός του εφάπαξ βοηθήματος και προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα που διαμορφώθηκαν από τις μαζικές αποχωρήσεις των υπαλλήλων με την εθελουσία έξοδο.

Πρόκειται για την υπ. αρ. 2429/2018 απόφαση του Α΄ Τμήματος (επταμελές) του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία αναφέρει ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που θεσπίζει η προσβαλλόμενη ΚΥΑ δεν θίγει ούτε την αρχή της ανταποδοτικότητας ούτε την αρχή της ισότητας, καθώς ναι μεν μειώνεται το εφάπαξ, σε σχέση με εκείνο που ελάμβαναν οι ασφαλισμένοι του Ταμείου υπό το προϊσχύον καθεστώς, όμως το ήδη καταβαλλόμενο ποσόν εφάπαξ είναι ανάλογο των αποδοχών των ασφαλισμένων, του χρόνου ασφάλισης και των εισφορών που κατέβαλε.

Το ΣτΕ κρίνει ακόμα ότι η μείωση του εφάπαξ δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ήτοι η προστασία της βιωσιμότητας του ΤΑΠΕΤΕ και της συνεχίσεως της καταβολής από αυτό εφάπαξ βοηθημάτων προς όφελος των μελλοντικών ασφαλισμένων του.

Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης ΣτΕ Α΄ Τμ. 2429/2018 επταμ. που δημοσιεύτηκε στο http://www.humanrightscaselaw.gr έχει ως εξής:

Κοινωνική ασφάλιση - Αρχή της ισότητας - Αρχή της ασφάλειας δικαίου - ΚΥΑ του 2013 περί αναδρομικής μείωσης του εφάπαξ του Ταμείου Αυτασφάλειας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας (ΤΑΠΕΤΕ)

(Α) Λόγος ότι η επιδείνωση των οικονομικών του Ταμείου οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου που πραγματοποιήθηκε στην ΕΤΕ το έτος 2013, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι με αυτόν δεν αμφισβητείται, πάντως, ότι είχε κλονισθεί η αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου και ότι για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού του κεφαλαίου ήταν αναγκαία η λήψη μέτρων. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 εδαφ. δ΄ του Καταστατικού του Ταμείου, σε περίπτωση εθελούσιας αποχώρησης υπαλλήλων της ΕΤΕ, η Τράπεζα καταβάλλει το σύνολο των εισφορών που υπολείπονται για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψεως εφάπαξ παροχής, προκειμένου να μην διαταραχθεί η αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου.

(Β) Ενόψει της επιδεινώσεως της οικονομικής καταστάσεως του ΤΑΠΕΤΕ και προκειμένου να εξασφαλισθεί η βιωσιμότητα του φορέα αυτού και η “διατηρησιμότητα” του ασφαλιστικού κεφαλαίου, το ΤΑΠΕΤΕ, πριν από την ένδικη αναπροσαρμογή της απονεμόμενης από το Ταμείο εφάπαξ παροχής είχε εφαρμόσει σειρά μέτρων, προκειμένου να αποκαταστήσει την αναλογιστική του ισορροπία και συγκεκριμένα, αρχικά είχε προβεί:

α) στην αναστολή χορηγήσεως προκαταβολών εφάπαξ παροχών,

β) στην σταδιακή αύξηση της εισφοράς των ασφαλισμένων,

γ) στην επιμήκυνση του χρόνου καταβολής της εφάπαξ παροχής και

δ) στην αναστολή καταβολής της εφάπαξ παροχής για χρονικό διάστημα προσδιοριζόμενο κατ’ ανώτατο όριο.

Τα μέτρα όμως αυτά, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, απέτυχαν να αποκαταστήσουν την αναλογιστική ισορροπία του Ταμείου, σε δεύτερη δε φάση θεσπίσθηκε περαιτέρω αύξηση των πόρων του ΤΑΠΕΤΕ, με την επαναφορά της εργοδοτικής εισφοράς της ΕΤΕ (2% επί των αποδοχών του ασφαλισμένου από 1.1.2014) και την ένδικη μείωση των προβλεπόμενων στο άρθρο 7 του Καταστατικού του Ταμείου ποσοστών αναπλήρωσης για τον υπολογισμό των απονεμόμενων από το Ταμείο εφάπαξ βοηθημάτων.

Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη ΚΥΑ υιοθετήθηκε το “βασικό σενάριο” της αναλογιστικής μελέτης της εταιρείας Ernst & Young, τα αποτελέσματα της οποίας δεν μπορούν να ελεχθούν ακυρωτικά λόγω του τεχνικού τους χαρακτήρα, και μειώθηκαν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 του Καταστατικού του ΤΑΠΕΤΕ ποσοστά αναπληρώσεως, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, μεταξύ άλλων, στο βασικό σενάριο της ανωτέρω αναλογιστικής μελέτης, τα οποία εφαρμόζονται στον ασφαλιστικό μισθό κάθε έτους ασφαλίσεως προκειμένου να υπολογιστεί το ποσόν του εφάπαξ βοηθήματος που θα απονεμηθεί τελικώς στον αποχωρούντα από την υπηρεσία υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ασφαλισμένο του Ταμείου, κατά τα οριζόμενα στην ίδια διάταξη. Συγκεκριμένα, με την ως άνω απόφαση δεν θεσπίζεται ανώτατο όριο στο απονεμόμενο από το ΤΑΠΕΤΕ εφάπαξ βοήθημα, αλλά μειώνονται τα ποσά εφάπαξ βοηθημάτων, που θα λαμβάνουν οι ασφαλισμένοι του Ταμείου τόσο οι υπαχθέντες στην ασφάλιση μέχρι 31.12.1992, όσο και οι υπαχθέντες στην ασφάλιση από 1.1.1993 και εφεξής, λόγω του ότι θεσπίζονται με την προσβαλλόμενη ΚΥΑ μικρότερα ποσοστά αναπληρώσεως, σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς. Παρά την μείωση των ποσοστών αναπληρώσεως, το χορηγούμενο από το ΤΑΠΕΤΕ εφάπαξ βοήθημα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 2 του Καταστατικού του Ταμείου, εξακολουθεί και υπό το νέο καθεστώς να εξευρίσκεται, όπως και με το προϊσχύον καθεστώς, αφενός μεν επί τη βάσει του μηνιαίου ασφαλιστέου μισθού κατά το χρόνο εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία του, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 7 του Καταστατικού του Ταμείου, αφετέρου δε και επί τη βάσει του συνολικού χρόνου ασφαλίσεως του κάθε ασφαλισμένου.

Με τα δεδομένα αυτά, το χορηγούμενο από το ΤΑΠΕΤΕ εφάπαξ βοήθημα και υπό το νέο καθεστώς που θεσπίζεται με την προσβαλλόμενη ΚΥΑ διαφοροποιείται ανάλογα με τις εν ενεργεία αποδοχές του ασφαλισμένου και το χρόνο ασφαλίσεως αυτού, άρα είναι ανάλογο με τις καταβληθείσες εισφορές αυτού. Συνεπώς, με το νέο τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος που θεσπίζει η προσβαλλόμενη ΚΥΑ δεν θίγεται ούτε η αρχή της ανταποδοτικότητας ούτε η αρχή της ισότητας, υπό την έννοια ότι, ναι μεν μειούται κατά ποσόν το ήδη απονεμόμενο εφάπαξ βοήθημα σε σχέση με εκείνο που ελάμβαναν οι ασφαλισμένοι του ταμείου υπό το προϊσχύον καθεστώς, όμως το ήδη καταβαλλόμενο ποσόν εφάπαξ παροχής συναρτάται με τις αποδοχές του ασφαλισμένου κατά το χρόνο εξόδου του από την υπηρεσία, άρα είναι ανάλογο προς τις αποδοχές αυτές, συνεπώς και προς τις καταβληθείσες από αυτόν εισφορές, αυξάνεται δε ανάλογα με το χρόνο ασφαλίσεως του ασφαλισμένου. Η ως άνω δε μείωση δικαιολογείται από λόγο δημοσίου συμφέροντος που είναι η προστασία της βιωσιμότητας του ΤΑΠΕΤΕ και της συνεχίσεως της καταβολής από αυτό εφάπαξ βοηθημάτων προς όφελος των μελλοντικών ασφαλισμένων του, δεδομένου ότι το Ταμείο, ήδη από το έτος 2008, είχε λάβει σειρά μέτρων για να αντιμετωπίσει την οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει, συνεπεία της οποίας υπήρχε αδυναμία απονομής των εφάπαξ βοηθημάτων των ασφαλισμένων του.

(Γ) Λόγος ότι οι διατάξεις της προσβαλλόμενης ΚΥΑ αντίκεινται στο άρθρο 4 Σ., για τον ειδικότερο λόγο ότι με αυτές εισάγεται, αυθαιρέτως, δυσμενής διάκριση σε βάρος υπαλλήλων-μελών του ΤΑΠΕΤΕ, οι οποίοι εξέρχονται από την υπηρεσία ύστερα από την έναρξη της ισχύος της προσβαλλόμενης ΚΥΑ και εκείνων οι οποίοι απεχώρησαν από την υπηρεσία σε προγενέστερο της ημερομηνίας αυτής χρονικό σημείο, για το λόγο ότι οι δύο αυτές κατηγορίες υπαλλήλων κατέβαλλαν τις ίδιες ή και ανάλογες εισφορές αλλά θα λάβουν, ως εκ του χρόνου αποχωρήσεως από την υπηρεσία, που αποτελεί αυθαίρετο, σύμφωνα με τα προβαλλόμενα, κριτήριο, διαφορετικό ποσό εφάπαξ παροχής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο χρόνος εξόδου από την υπηρεσία αποτελεί παράγοντα αρκούντως αντικειμενικό, ο οποίος δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των ασφαλισμένων του αυτού ασφαλιστικού φορέα σε περίπτωση μεταβολής του τρόπου υπολογισμού της απονεμόμενης από το φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ασφαλιστικής παροχής, εν προκειμένω δε της εφάπαξ παροχής που απονέμει το ΤΑΠΕΤΕ. Και ναι μεν το εφάπαξ βοήθημα που χορηγεί το ΤΑΠΕΤΕ έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα (ΑΕΔ 4/2007), πλην το νέο σύστημα υπολογισμού του βοηθήματος αυτού που καθιερώνει η προσβαλλόμενη ΚΥΑ συνάδει προς το συνταγματικώς κατοχυρωμένο κανόνα που θεμελιώνεται στα άρθρα 4 και 22 παρ. 5 Σ., σύμφωνα με τον οποίο το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου πρέπει να είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη ΚΥΑ είναι σύμφωνη με το άρθρο 17 Σ. και με το άρθρο 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, διότι η μείωση του εφάπαξ βοηθήματος, η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της προσβαλλόμενης ΚΥΑ, δεν συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας των ασφαλισμένων του Ταμείου ούτε ανατρέπεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος αυτών, εφόσον η μείωση αυτή έγινε για τους προεκτεθέντες σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και ιδίως λόγω της αδυναμίας του Ταμείου να ανταποκριθεί επικαίρως στις υποχρεώσεις του. Τέλος, οι αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως δεν αποκλείουν τη μεταβολή ευνοϊκού για τους ασφαλισμένους καθεστώτος για το μέλλον είτε και για το παρελθόν, όταν τούτο επιτρέπεται από τη συνταγματική τάξη.