Σε πολιτική συμφωνία για τους νέους κανόνες σχετικά με τα χρήματα που θα πρέπει να εξοικονομήσουν οι τράπεζες για να καλύψουν ενδεχόμενα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ήλθαν οι κυβερνήσεις της ΕΕ με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Πρόκειται για έναν συμβιβασμό, αρκετά πιο βελτιωμένο από την αρχική πρόταση της Κομισιόν, ωστόσο λιγότερο από ό,τι θα ήθελε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο αποδέχτηκε ένα πιο αυστηρό χρονοδιάγραμμα για τις τράπεζες.
Οι κανόνες αποσκοπούν να αποφύγουν μια μελλοντική αύξηση των επισφαλών δανείων στις τράπεζες, οι οποίες έχουν πλήξει την οικονομική ανάκαμψη της ΕΕ μετά την κρίση 2007-2008.
Οι τράπεζες στην ΕΕ συνεχίζουν να κατέχουν επισφαλή δάνεια 731 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής. Το πρόβλημα είναι χειρότερο στην Ιταλία, στην Ελλάδα και στην Κύπρο.
Οι κανόνες δεν αφορούν στο απόθεμα των επισφαλών δανείων, σε αντίθεση με αυτό που ήθελε η ΕΚΤ.
Με βάση τους όρους της συμφωνίας, οι τράπεζες θα πρέπει να εξασφαλίσουν κεφάλαια για την κάλυψη επισφαλών δανείων, τρία χρόνια αφότου αυτά καθυστερούν να εξοφληθούν. Η Κομισιόν τον Μάρτιο είχε προτείνει μία περίοδο δύο ετών.
Η ημερομηνία κατά την οποία θα τεθούν σε ισχύ οι νέοι όροι, δεν θα είναι αναδρομική από τον Μάρτιο του 2018, όπως είχε προταθεί από την Κομισιόν.
Με τη συμφωνία που επετεύχθη σήμερα, οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποδέχθηκαν ένα πιο αυστηρό χρονοδιάγραμμα που προτάθηκε από τα μέλη της ΕΕ, σύμφωνα με το κείμενο του συμβιβασμού που έχει στην κατοχή του το Reuters.
Προβλέπεται συγκεκριμένα ότι οι τράπεζες θα πρέπει να εξοικονομούν κεφάλαια για τουλάχιστον 35% της έκθεσής τους σε μη εξασφαλισμένα δάνεια, δύο χρόνια αφότου αυτά γίνουν επισφαλή, και στη συνέχεια να προχωρούν σε πλήρη κάλυψή τους μετά από τρία χρόνια.
Οι τράπεζες θα πρέπει να καλύψουν το 25% των δανείων που εξασφαλίζονται με λιγότερο ασφαλή κινητά collateral τρία χρόνια αφότου αυτά καταστούν ληξιπρόθεσμα, 35% μετά από τέσσερα χρόνια, 80% μετά από έξι χρόνια, και να υπάρχει πλήρης κάλυψη μετά από επτά χρόνια.
Για τα δάνεια που εξασφαλίζονται από λιγότερο ριψοκίνδυνη ακίνητη περιουσία, το χρονοδιάγραμμα προβλέπει κάλυψη 25% μετά από τρία χρόνια, 35% μετά από τέσσερα χρόνια, 55% μετά από πέντε χρόνια, 70% μετά από έξι χρόνια, 80% μετά από επτά χρόνια και 85% μετά από οκτώ χρόνια, πριν από μια πλήρη κάλυψη ύστερα από εννέα χρόνια.



